Tης Μαρίας Κατσουνάκη – Καθημερινή

«Α​​​υτό που περιμένουν οι ξένοι από την Ελλάδα είναι η τέχνη της, ο πολιτισμός της» είπε ο Κώστας Γαβράς στην τηλεοπτική συνέντευξή του στους «Νέους Φακέλους», απαντώντας στο θέμα της εκπομπής: «Ξαναφτιάχνοντας την εικόνα της Ελλάδας». Ο σκηνοθέτης ζει εδώ και 60 χρόνια στη Γαλλία χωρίς να διαρρήξει όμως τις σχέσεις του με τη χώρα στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ερχεται τακτικά, παρακολουθεί την πολιτιστική παραγωγή της, έχει φίλους και συγγενείς. Στο μέτρο που του αναλογεί προσπαθεί να ενισχύσει την Eλλάδα στο εξωτερικό, να αναδείξει και να προωθήσει εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν την «καλή εικόνα» της. Στις συνεντεύξεις του δεν παραλείπει να μιλήσει για τη δημιουργική πλευρά της, να εστιάσει στην ελληνική τέχνη και διανόηση.

Ομως οι μεμονωμένες προσπάθειες δεν επαρκούν. Χρειάζεται συντεταγμένη πολιτική, που να εκπορεύεται από την κεντρική εξουσία και να διοχετεύεται στο εξωτερικό ως «άποψη» για τη χώρα. Οχι ως επί μέρους κινήσεις, σποραδικές, αποσπασματικές, χωρίς συνέχεια και χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Το έλλειμμα πολιτικού σχεδιασμού προβλήθηκε και από όσους συμμετείχαν στην τηλεοπτική εκπομπή, μαζί και ο «καημός» πως ό,τι γίνεται από τη μία κυβέρνηση, ανασκευάζεται ή αγνοείται από την άλλη. Κάθε πολιτικός προϊστάμενος εφαρμόζει τη δική του (προσωπική) στρατηγική. Γι’ αυτό και άλλες χώρες (όπως η Τουρκία για παράδειγμα) εμφανίζουν να έχουν το προβάδισμα στη διαφημιστική εκστρατεία για προσέλκυση τουριστών. Η πολιτική που ακολουθείται είναι συστηματική και, σχεδόν, διαχρονική.

Πώς αντιλαμβανόμαστε όμως την έννοια του πολιτισμού στη χώρα μας και πώς φροντίζουμε να τη μεταφέρουμε στο εξωτερικό ως πόλο έλξης για τους ξένους επισκέπτες; Πριν από 12 χρόνια, ο Κ. Γαβράς, σε συνέντευξή του, έδωσε την εξής απάντηση: «Δεν έχουμε βρει τον τρόπο να προβάλλουμε τα επιτεύγματά μας. Κι από πάνω βρίζουμε, κατακρίνουμε, κοροϊδεύουμε όποιον διακρίνεται. (…) Εχουμε τον Αγγελόπουλο. Είναι ο άνθρωπος που έκανε γνωστό τον ελληνικό κινηματογράφο. Πόσες χώρες διαθέτουν έναν Αγγελόπουλο; Κι όμως, συνεχώς μας ξινίζει. Είχαμε τον Καστοριάδη που άνοιξε τα μυαλά μας. Σ’ όλον τον κόσμο ήταν πρώτο όνομα και τα βιβλία του δεν έπαψαν να συζητιούνται. Στην Ελλάδα, σιωπή. Ηθελε η Ελίζα Γουλανδρή να κάνει ένα μουσείο μοντέρνας τέχνης με πίνακες από την καταπληκτική συλλογή της. Συνεχώς έβρισκε εμπόδια μπροστά της. Τα παραδείγματα είναι τόσα πολλά που χάνονται στα βάθη της ιστορίας».

Στη 12ετία που μεσολάβησε τα «παραδείγματα» έχουν πολλαπλασιαστεί. Δεν έχουν αναιρεθεί ούτε έχουν μειωθεί. Λες και στον χρόνο η χώρα αντί να «ανοίγει», να ωριμάζει, να υποστηρίζει την ταυτότητά της με αξίες που η ίδια εξέθρεψε ή φιλοξένησε, στρέφεται σε εύκολα δάνεια, δαπανηρούς μιμητισμούς, εφήμερα πυροτεχνήματα. Από τον ασφυκτικό και στείρο τοπικισμό (ένα κράμα προγονοπληξίας και εθνικισμού) στον διαλυτικό νεοπλουτισμό. Εννοιες όπως ανοιχτοί ορίζοντες, κοσμοπολιτισμός, αξιοποίηση όχι μόνο του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος, κριτική και αυτοκριτική διάθεση, αμφισβήτηση που κινητοποιεί (όχι μεμψιμοιρία και κακεντρέχεια που καθηλώνει), παραμένουν ακατανόητες, σχεδόν εχθρικές.

Για να «ξαναφτιάξουμε την εικόνα της Ελλάδας» με προοπτική και χωρίς παλινδρομήσεις, εντάσσοντας οργανικά τον πολιτισμό στη διαφημιστική εκστρατεία, θα πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι εννοούμε με τη λέξη. Γιατί, όπως λέει και ένας σύγχρονος ιστορικός: «οι ορισμοί της λέξης πολιτισμός εντάσσονται σε μια κλίση που έχει ως εξής: “εγώ είμαι πολιτισμένος, εσύ ανήκεις σε μια κουλτούρα, αυτός είναι βάρβαρος”».

Advertisements